Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008

Γυρίζω. Επιστρέφω. Περιστρέφομαι. Θέλεις να κυριαρχείς. Θέλεις να επικρατήσεις. Είμαστε δυο. Είμαστε ίσως. Φωνάζω. Δεν θέλω. Δεν μπορώ άλλο. Ανήξερη. Αλλοδαπή μέσα σε αυτό το σώμα που αναδρομεί που δραπετεύει στο απαλό χάδι της νύχτας. Χωρίς δράση. Χωρίς περιττές κινήσεις. Χωρίς λόγια παραμονής και μονιμότητας. Τη λέγανε Μαγδαληνή. Μαντλέν. Την έχτισαν σε εκκλησία, ζωγραφισμένη με παστέλ χρώματα ώχρα, ροζ, αυγό χελιδονιού, κεραμιδί, βυσσινί. Οι εικόνες σκοτεινές, νυχτερινές, με μια λάμψη εκκωφαντική στα χέρια που μοιράζουν το αντίδωρο. Στον κήπο περπατούσα μικρή και μιλούσα στα αγάλματα μπρούτζινα πρασινισμένα με ξερά στάχυα στεφάνια και παπαρούνες. Εσύ πήγαινες στον εσπερινό, εγω στον όρθρο. χώρια και μαζί. Δεκάξι χρόνια η θάλασσα κατέτρωγε τη ματιά σου κι'εσύ να ψάχνεις μέσα απο τις δροσοσταλίδες να διακρίνεις το όραμα το σκιαγράφημα της φυσιογνωμίας. Εμεινε μόνο η μυρωδιά απο βασιλικό και θυμάρι. Κι'ένα άγγιγμα απότομο, γεμάτο, ανείπωτο. Η καλοκαιρινή σου υπόσχεση να διασχίζει τρέχοντας τη χειμωνιάτικη νύχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: