Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Αυτή τη φορά και την άλλη, άσχετα αν είναι ξημέρωμα, βαθειά νύχτα, ή εκείνο το λυκόφως που σέρνεται σχεδόν βέβηλα μέσα απο τις χαραματιές, θα δεις, θα διαπιστώσεις, θα εξακριβώσεις εξονυχιστικά τη μορφή που λατρεύεις και φοβάσαι. Πικρόχολη, ξενυχτισμένη, χωρίς το κουράγιο του καθρέφτη, χωρίς την ελπίδα της αναίρεσης. ΑΙΡΩ έγραφες. ΑΝΑΙΡΩ, ΑΦΑΙΡΩ, ΑΦΑΙΡΟΥΜΑΙ, ΑΦΑΙΡΩ ΕΣΕΝΑ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ, ΑΦΑΙΡΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΌ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ. Γλυκιά, αφόρητα γλυκιά, σαν το σερμπέτι της νύχτας, τόσο γλυκιά που λιγώνεσαι προτού ακόμα τη δεις, γλυκιά σαν τη σκιά που σε δελεάζει τη νύχτα να πεις ναι, έρχομαι, ναι θέλω, ναι δεν αντιστέκομαι, ναι υποκύπτω, ναι παραδίνομαι, ναι δεν ακούω πια τα πλάνα γλυκόλογα καμίας σκιάς. Μόνο της δικής σου. Αγαπημένε μου Ιγνάτιε, έτσι δεν είπες οτι σε λένε; Αλλο όνομα σου πρότεινα και το ανέλυσες, αλλα είπα να σου κάνω προσποίηση. Ανέλυσε την. Ανέλυσε τη μορφή σου μέσα απο τα λόγια που γράφω για να φύγουν απο τη σκέψη, τις υποθέσεις που κάνω για να μην ισχύσουν ποτέ, τα ακριβοπληρωμένα, χρυσοποίκιλτα μελάνια που έχυσα για να διηγηθώ την πιο ανθρώπινη απο όλες τις ιστορίες. Την εσχάτη. Μια ιστορία που πλανήθηκε ανάμεσα σε μητρόπολη και ακριτικό προανάκρουσμα, ύμνους ανεκπλήρωτου πάθους και συνθήματα εθνικο-απελευθερωτικά. Οπως κάθε πρωταγωνιστής έτσι κι'εσύ θα γυρέψεις τον εαυτό σου μέσα στην ψυχή μου. Η οτι απέμεινε απο αυτή. Θα επιχειρήσεις να ξεχωρίσεις ανάμεσα απο το πλήθος, θα βρεις κοινά σημεία, θα ταυτιστείς, θα σχολιάσεις, θα περηφανευτείς, ίσως και να ντραπείς. Και μετά θα φύγεις αλώβητος. Αυτή είναι η διαφορά. Εσύ φεύγεις, ο Ιγνάτιος μένει. Μένει επειδή θέλει οχι επειδή δεν μπορεί αλλιώς. Ακόμα ψάχνουν να εντοπίσουν τον Ευγένιο. Ο οποίος την εκοπάνησε με νοικιασμένο αεροπλάνο για κάποια άλλη ονειρεμένη χώρα, αφου έχασε οτι είχε και δεν είχε στο χρηματιστήριο. Να σκεφτείς οτι πούλησε και τα κοσμήματα της γιαγιάς. Οτι είχε απομείνει δηλαδή απο τα προηγούμενα ξεπουλήματα. Τουλάχιστον εκεί που πήγε δεν θα μπορεί να παραπονιέται οτι του πέρασαν το παρκέ με νερό. Το μόνο που πήρε μαζί ήταν ενα μικρό, στραπαρισμένο αρκουδάκι με πιπιλισμένα αυτιά που μικρός τον συντρόφευε στην κούνια, όταν φυσικά εγω έλειπα. Νοσηρά λέει και καταστροφικά τα άλγη του έρωτα. Εννοείται, βεβαίως, πήραμε και χάπι αλλά δεν μας πέρασαν. Τα ξεπληρώνουμε λίγα-λίγα όπως τα μακροχρόνια χρέη. Με τους τόκους σε τρεμούλες. Μετά έρχεται η ησυχία, η επανάληψη του αυγερινού, η προνοητικότητα του λόγου του μισοειπωμένου. Σε φαντάζομαι πιο ευτυχισμένο, πιο αυτάρκη, λιγότερο ρομαντικό, πιο πολύ όπως εγω. Κυνικό, μηδενιστή. Αλλά δεν βάζεις μυαλό. Χαίρεσαι και λυπάσαι πολύ. Τριγυρνάς σε κάτι σοκάκια γλειμένα απο το αυγερινό κύμα του λιμανιού, και σκέφτεσαι. Μετά μιλάς. Μετά κινείσαι. Κοιτάς πίσω. Σφίγγεις τα χέρια γύρω απο τη μέση μου. Θέλω λέει να σε κάνω ευτυχισμένη. Εγω δεν θα φεύγω. Ακόμα κι'όταν μου πεις εσύ. Θέλω λέει να είσαι δικιά μου, να μην ξεχωρίζουμε. Καταλαβαίνεις τι λες; Ξέρεις σε ποιον μιλάς; Και δεν φοβάσαι. Αυτά τά' παν κι'άλλοι, είχε πει κάποτε ο μισητός. Εκεί είναι στο κατωΐ του, στη διαπασόν. Αστον. Το μήνυμα λοιπόν Ιγνάτιε, όταν του αφαιρέσεις τα πλουμίδια, όταν ξεχάσεις τις καθαρά προσωπικές προβολές διαδικαστικής λειτουργίας, το εγω το εσυ το εμείς, τον τόπο και τον χρόνο, όπως φυσικά και τις ανέκδοτες συμπτώσεις και συναβάσεις, είναι πανταχού ολοφάνερο, διαποτίζει κάθε σταγόνα που κυλάει απο τα μάτια σου, ανασαίνει τον γλυκό, τόσο γλυκό σου ύπνο, ξυπνάει νοερά μέσα απο το πηγάδι των ματιών σου όταν κοιτάς χωρίς να λες τίποτα. Είπαν για μένα οτι σ'ερωτεύτηκα, οτι για χάρη σου διακινδύνεψα αυτοκρατορίες, οτι προσπάθησα ανελλιπώς να επιταχύνω προβλέψεις, οτι με δόλο πήγα να αλλάξω μέχρι και το δόγμα. Ψέματα. Το μόνο που διακινδύνεψα ήταν η καταδικασμένη ευτυχία. Θα ήθελα ακόμα και να με σκοτώσεις, μ'εκείνο το πλήρες σου χαμόγελο. Σου το είχα πει άλλωστε. Τότε. Κρίμα λοιπόν που δεν με θεώρησες πιο ύποπτη. Κρίμα που δεν άπλωσες τα χέρια σου να με αγκαλιάσεις όταν λυσσομανούσαν τα πάντα, κρίμα που δεν είπες αποφασιστικά θα τηρήσεις το λόγο της τιμής σου, κρίμα που με άφησες να φύγω εξουθενωμένη, κρίμα που σε άφησα να υπολογίσεις κάθε σου κίνηση. Ας τους να ψάχνονται. Ολες οι ενδείξεις δείχνουν αλλού. Αφού ανατρέψαμε τη βεβαιότητα μπορούμε να εφαρμόσουμε οπουδήποτε το νόμο. Αφου μπορούμε και κοιταζόμαστε χωρίς περιστροφές, μιλάμε χωρίς αντιπερισπασμούς και κινούμαστε αδιάκριτα και τοποτηρητικά, ας τους αλήθεια να συμπεραίνουν. Το πέλαγος αδημονεί να με λικνίσει, το ποτήρι με το κονιάκ πάντα ίδιο, ο αέρας γεμίζει απο τη φωνή σου, λαμπυρίζει κάθε φωτάκι μέσα στη διάθλαση, τα λόγια τα πήρε όλα ο σιρόκος. Είπαν επίσης οτι μπορεί να ήταν τακτικός ελιγμός με άλλο τελικό σκοπό. Παιχνίδισμα του νου. Μαγεία λέει ή τρέλλα. Σε πέρασα για, με πέρασες άλλο, κοντέψαμε να σπαραχτούμε, καταλήξαμε να ονειρευόμαστε μαζί ή κάνω λάθος; Στο μισο-ξύπνιο μου αλλάζω όνομα, εσωστρέφομαι αντιποιητικά, τινάζω τις καταγγελίες της ημέρας απο τα χέρια μου και σε αντικρύζω ορθάνοικτα. Οπως συναντιόμαστε σε κοιλάδες, σε ξέφωτα, σε ακροποταμιές. Λιγωμένα, για λιγοστά χιλιοστά του δευτερολέπτου. Οσο χρειάζεται για να φανταστείς. Οσο χρειάζεται η ματιά σου να πλανηθεί στο ροδόχρωμο ψηφιδωτό του προφήτη και να διακρίνει τη μορφή που διαγράφει. Οσο χρειάζεται η ανάσα μου για να σβύσει τη φλόγα του κορμιού που κονιορτιοποιείται αγάλι-αγάλι. Σιγα μη μας ακούσουν κι'αυτή τη φορά. Σιγά μη με ξυπνήσεις. Σιγά μην ακούς τη φωνή μου που προσπαθεί να αλλάξει άρθρωση, που δοκιμάζει τις συχνότητες, που διασχίζει την απόσταση που δεν μας χωρίζει αλλά μας γυρωφέρνει αναπόσπαστα, σαν κεριά που τρεμοσβύνουν στο αναπάντεχο παγωμένο ρεύμα που φύσηξε την ώρα του εσπερινού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: